Είμαστε μονάχα οι δύο όψεις ενός νομίσματος !!!

Ο ήλιος καθώς ανέτειλε έλαμψε πάνω στ’ ασημένιο νόμισμα. Και ‘κείνο άνοιξε απότομα τα μάτια του και τεντώθηκε μουδιασμένο ύστερα από τόσες ώρες βαθύ ύπνου. Έκανε  τόση υγρασία εκεί πάνω! Επάνω στην κεραμιδοσκεπή  εκείνου του διώροφου αγροτόσπιτου στην άκρη του χωριού.  «Καλημέρα», είπε ευγενικά στην άλλη του πλευρά.
Καμιά απάντηση.
«Καλή σου μέρα! Ξύπνησε, ξημέρωσε….» είπε ακόμα μια φορά, ακόμα πιο ευγενικά.
Μα η άλλη του πλευρά δεν απάντησε. Δεν είχε απαντήσει ούτε σήμερα. Όπως δεν είχε απαντήσει ποτέ από τότε που θυμάται. Όσο ευγενικά κι αν της είχε μιλήσει, όσες φορές κι αν της το είχε ζητήσει. Κοίταξε τον ήλιο που ανέβαινε στον ουρανό και χαμογέλασε.
«Γιατί δε μου μιλάς;» είπε πάλι στην άλλη του πλευρά.
«Μίλησέ μου, είμαι κι εγώ τόσο μόνη όσο κι εσύ.»
«Μίλησέ μου»
«Το ξέρω, μπορεί να μη σου αρέσει η παρέα μου, μα τι μπορούμε να κάνουμε; Είμαστε μονάχα οι δύο όψεις ενός νομίσματος.  Και θα ‘ταν όμορφο να μιλάμε πότε –πότε. Δεν θα’ταν όμορφο να έχουμε η μία την άλλη;»
Όμως, η άλλη του όψη δεν μιλούσε. Την είχε παρακαλέσει τόσες φορές. Την είχε παρακαλέσει με όσους τρόπους ήξερε. Μα δεν ήξερε δα και πολλούς ! Η μια πλευρά ενός μικρού φτηνού νομίσματος ήταν. Τίποτα περισσότερο.
«Καληνύχτα» της είπε, καθώς έπεφτε το σκοτάδι….
«Καλημέρα» είπε γλυκά με το πρώτο χαμόγελο του ήλιου. Καμιά απάντηση. Ίσως όμως να κοιμόταν ακόμα ! Ας περίμενε λίγο.
Περίμενε μέχρις ότου ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Ένας ήλιος χρυσός. Ένας ήλιος που έλαμπε πάνω το ασημένιο νόμισα, στην κεραμιδοσκεπή εκείνου του αγροτόσπιτου. Και τότε τόλμησε να της μιλήσει και πάλι.
«Είναι όμορφη μέρα σήμερα, έτσι δεν είναι ;»
Μα εκείνη δεν απάντησε. Όπως δεν είχε απαντήσει ποτέ μέχρι σήμερα.
Γιατί;
Δεν την είχε συγκινήσει το ενδιαφέρον της άλλης της όψης;
Μήπως είχε κάποιο λόγο για να μην μιλάει;  Μήπως ήταν κακό να θέλει να μάθει κανείς για την άλλη του όψη;
Αυτή δεν το έβρισκε και τόσο κακό….
Από την άλλη βέβαια τι θα μπορούσε να ξέρει;  Η μια πλευρά ενός μικρού φτηνού νομίσματος ήταν…
Μήπως…
…Μα ναι! Πως δε το είχε σκεφτεί ως τώρα;  Αυτό θα ήταν! Δεν ήταν δυνατόν να είναι τίποτα άλλο.  Αυτό, το τόσο απλό !
«Μήπως δεν μπορείς να μιλήσεις;» της είπε.
«Μήπως θέλεις αλλά δεν μπορείς να μιλήσεις;»
«Κάνε τότε κάποια κίνηση, χτύπα το κεραμίδι και θα καταλάβω.»
«Αν δεν μπορείς να μιλήσεις, χτύπησε το κεραμίδι!»
Τίποτα.
Καμία κίνηση, κανένας θόρυβος. Κι όμως για μια στιγμή το είχε πιστέψει…
Για μια και μόνο στιγμή είχε πιστέψει πως επιτέλους θα επικοινωνούσε με την άλλη της πλευρά.
Με ένα χτύπημα ίσως στο χορταριασμένο κεραμίδι.
Με κάποια ανεπαίσθητη κίνηση θ’ αντάλλασσαν  απόψεις, σκέψεις, συναισθήματα.  Θα έβρισκαν νέους τρόπους να μιλάνε.
Να μιλάνε!
Οι δύο όψεις ενός νομίσματος σε μια σκεπή στην άκρη του χωριού. Δύο όψεις μόνες, ολομόναχες.
Τίποτα. Καμία κίνηση. Κανένας θόρυβος. Η απάντηση ήταν απλή. Δεν ήθελε να της μιλήσει .
«Καλό βράδυ» της είπε, και απέμεινε να κοιτά τον ήλιο καθώς πήγαινε στη δύση. Ήθελε τόσο να κλάψει αλλά δεν θα το έκανε. Ίσως το καταλάβαινε  η άλλη της πλευρά. Ίσως το καταλάβαινε από μια ανεπαίσθητη κίνηση, από έναν λυγμό που θα της ξέφευγε.
Όχι, δεν μπορούσε να κλάψει ! ίσως το καταλάβαινε η άλλη της πλευρά. Και δεν θα ‘θελε με τίποτα να τη στεναχωρήσει.
Ήταν κι εκείνη μια πλευρά μόνη, ολομόναχη. Ίσως πιο μόνη κι από την ίδια.
Μα τότε γιατί δε της μιλούσε; Γιατί;
Αφού ήταν και οι δύο, δύο πλευρές μόνες, ολομόναχες, σε μια σκεπή στην άκρη του μικρού χωριού.
Δεν της είπε καλημέρα εκείνο το πρωί.
Ξεκίνησε με μια ερώτηση που την έπνιγε όλη τη νύχτα. Που τη βασάνιζε όσο δεν έχει βασανιστεί ποτέ, καμιά πλευρά, κανενός νομίσματος σ’ όλα τα χωριά του κόσμου.
«Μήπως με μισείς» της είπε, και με δυσκολία συγκράτησε ένα ρίγημα, ένα δάκρυ στην άκρη των ματιών της.
«Μήπως με μισείς γιατί μπορώ και βλέπω το χωριό και τον ήλιο;» «Μήπως με μισείς γιατί είσαι στραμμένη πάντα προς  το κεραμίδι;»
«Πες μου ! πες μου, σε παρακαλώ…»
Καμιά απάντηση.
«Μα δε φταίω εγώ, το ξέρεις… το θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»
«Εκείνο το παλιόπαιδο φταίει, που μας πέταξε σ’ αυτή την σκεπή!»
«Πες μου. Πες μου το θυμάσαι…»
«..Μίλησέ μου, σε παρακαλώ. Είμαι κι εγώ μια πλευρά ενός  μικρού φτηνού νομίσματος. Μίλησέ μου! Πες μου για σένα! Πες μου κάτι ! είμαι η άλλη σου όψη!»
Άρχισε τότε απελπισμένη να της περιγράφει τη μορφή της. Ήταν μια συνηθισμένη μάλλον όψη. Μια φιγούρα γυναίκας με λεπτά χαρακτηριστικά, με όμορφη μυτούλα και συμπαθητικά ματάκια.
Μια γυναίκα φυλακισμένη για πάντα στη σκεπή κάποιου διώροφου αγροτόσπιτου.
«Πες μου για σένα», της είπε
«Πες μου με τι μοιάζεις!»
«Μπορούμε να γίνουμε φίλες ! Μπορούμε αν θέλεις να γίνουμε οι καλύτερες φίλες ! Οι καλύτερες φίλες απ’ όλες τις όψεις, σ’ όλα τα νομίσματα. Οι καλύτερες φίλες σ΄ όλο το χωριό. Σ’ όλη τη χώρα. Σ’ όλο τον κόσμο, αν μου πεις μια κουβέντα. Μια μόνο κουβέντα ! αν μου πεις ότι το θέλεις!»
«Και ‘γω θα υπάρχω τότε μόνο για σένα ! Κι ας μη μου μιλήσεις ποτέ πια…»
Σιωπή. Απόλυτη σιωπή…Μα γιατί;
Ήταν και ‘κείνη μια όψη μόνη, ολομόναχη, ίσως πιο μόνη απ’ όλες τις όψεις του κόσμου….
Από εκείνη τη μέρα κι ύστερα, άρχισε να της περιγράφει ό,τι έβλεπε.
Δεν της ζητούσε να μιλήσει. Όχι πια. Απλά της μίλαγε χωρίς να της ζητά πλέον τίποτα. Της έλεγε για το χωριό και το δάσος πλάι του. Της έλεγε για το μεγάλο δρόμο στη μέση των σπιτιών και την αγορά. Της έλεγε για τον ήλιο και τα σύννεφα. Για τα πουλιά του ουρανού. Για τις καμπάνες που χτυπούσαν κάθε Κυριακή.
Από ‘κείνη τη μέρα κι ύστερα η ζωή αυτής της όψης δεν ήταν η ίδια. Περιέγραφε ό,τι έβλεπε και δεν ζητούσε πια τίποτα.
Δεν ήξερε αν είναι καλό ή κακό το να μη θέλεις να μάθεις για την άλλη σου όψη. Όμως η ζωή της ήταν πιο όμορφη από ‘κείνη τη μέρα. Κι ένοιωθε λιγότερο μόνη, πολύ λιγότερο μόνη, από οποιαδήποτε άλλη όψη, σε οποιαδήποτε γωνιά του χωριού.
Ήταν μια όψη λιγότερο μόνη.
Πρώτη φορά από τότε που βρέθηκαν σ’ εκείνη τη στέγη, που ξεσπούσε η καταιγίδα. Η πρώτη καταιγίδα του χειμώνα. Κι ήταν τόσο χαρούμενη που οι χοντρές στάλες χτυπούσαν πάνω της. Που προστάτευε την ακριβή της άλλη όψη !
Ο αέρας δυνάμωσε πολύ.
Δυνάμωσε τόσο που τα κεραμίδια άρχισαν να τρέμουν. Έτρεμαν τόσο, όσο ποτέ άλλοτε δεν έτρεμαν τα κεραμίδια του διώροφου αγροτόσπιτου.
Και τότε συνέβη το κακό !
Τόσο γρήγορα που καμιά όψη, σε οποιαδήποτε άκρη του κόσμου δεν θα καταλάβαινε τι γινόταν….
Απλά αισθάνθηκε να κυλά στη χορταριασμένη σκεπή.
Έκανε τόση, μα τόση υγρασία εκεί κάτω !
Εκεί κάτω, στη μέση του κήπου ενός μικρού αγροτόσπιτου στην άκρη του χωριού.
Ωστόσο, ήταν μια όψη ακόμα πιο χαρούμενη ! κι όμως ήταν μια όψη χωμένη στη λάσπη. Η όψη μιας γυναίκας με λεπτά χαρακτηριστικά, χωμένη στη λάσπη.
Κι όμως ήταν τόσο χαρούμενη!
Η άλλη της όψη μπορούσε να βλέπει και πάλι τα σύννεφα.
Τις άμαξες και τους δρόμους. Τις καμπάνες και τα δάση. Την άλλη της όψη, τη χτύπαγε ο ήλιος !
Ναι, ήταν τόσο χαρούμενη. Τόσο χαρούμενη όσο δεν ήταν ποτέ καμία όψη, κανενός νομίσματος, σ’  όλο το χωριό.
Και η άλλη της όψη σίγουρα θα της μιλούσε. Εκείνη η όψη που ποτέ δεν της είχε μιλήσει ποτέ ως τότε.
Τώρα σίγουρα θα της περιέγραφε τα πάντα. Ό,τι έβλεπε. Τα βουνά και τα δάση. Το χωριό και τα σπίτια. Τον ήλιο και τα σύννεφα…
Έστω κι αν εκείνη δε θα μπορούσε να της μιλήσει. Έστω κι αν ήταν πλέον μια όψη χωμένη στη λάσπη.
Ήταν ωστόσο δύο όψεις λιγότερο μόνες. Λιγότερο μόνες από οποιεσδήποτε άλλες όψεις, σ’  εκείνο το μικρό χωριό με τ’ αγροτόσπιτα.
Και τότε συνέβη το κακό !
Τόσο γρήγορα που καμιά όψη σε οποιαδήποτε άκρη του κόσμου δε θα καταλάβαινε τι συμβαίνει.
Όμως εκείνη είχε δυστυχώς προλάβει… είχε δυστυχώς προλάβει να καταλάβει τα πάντα…
….Δεν υπήρχε πια καθόλου υγρασία.
Ήταν μια όψη πεντακάθαρη, σε περίοπτη θέση της συλλογής εκείνου του συλλέκτη. Κι ήταν, μα την αλήθεια, το πιο παράξενο, το πιο περίεργο κομμάτι της συλλογής.
Ήταν ένα νόμισμα σπάνιο και πανάκριβο.
Ένα νόμισμα πράγματι μοναδικό !
Ένα νόμισμα που ποτέ κανείς συλλέκτης δεν είχε ξαναβρεί !
Εκείνο το νόμισμα στο γυάλινο κουτί στη μέση της μεγάλης συλλογής ήταν – και μη με ρωτήσετε πως και γιατί – ένα νόμισμα με μόνο μια όψη!
Ναι, σωστά ακούσατε!
Ένα νόμισμα με μια μόνο όψη.
….Μια όψη τόσο μόνη,
Όσο καμία άλλη όψη, σε κανένα άλλο νόμισμα, σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.


Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *